Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κκίπιρον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ικκίπιρον (η ζαριά δύο-ένα).

Συνώνυμα:

ικκίππιρ (το), ικκίπιρος (ο)