Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαιμοδέτης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

γραβάτα

Ειδικές φράσεις:

«...τζ̌΄εσείς που ζ̌ιείτε σήμερα με τάχα λαιμοδέτην εν΄τζ̌΄αζουλεύκω κανενού πως είμαι βοσκαρέτην...» (Κατσαντώνη Ν. Αντώνη, «Του νου μου τα ποσπόρκα», σελ. 74, Δερύνεια, 2017)