Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λακκογεμώννω »

Ρήμα

Σημασία:

γεμίζω λάκκο.

Ειδικές φράσεις:

«...όμως η κόρη του πουμέσα λακκωγέμωννεν, ώσπου τζ̌ι εκλέφτην με τον άλλον, τζ̌ι αν τους... πιάσεις...» (Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 2, σελ.140, 1998)