Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Λακκοσύρνω »
Ρήμα
Σημασία:
τραβώ νερό από τον λάκκο.
Ειδικές φράσεις:
«...ότι τζ̌΄εντύθηκαν τζ̌΄εξεβήκαν
τέσσερ΄ασ̌σ̌έλια τζ̌΄έναν καιρόν
εις την Μητρόπολην εβρεθήκαν
τζ̌΄ελακκοσύρναν ναύτες νερόν...»
(Άπαντα Β. Μιχαηλίδη, «Η Χιώτισσα»,Β, σελ.168, Εκδόσεις Χρ. Ανδρέου, 2002, ποίημα «Η Χιώτισσα»)