Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Λαοπετσ̌ιά (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
το δέρμα του λαγού.
Ετυμολογία:
λαός= λαγός+πετσ̌ιά= δέρμα
Ειδικές φράσεις:
Η «λαοπετσ̌ιά» τον παλιό καιρό, γινόταν σκόνη για εγκαύματα από πρακτικούς γιατρούς. (Κυριαζή Μάριου, «Κυπριακές Ιατρικές λέξεις», σελ. 68, Εκδόσ. Ηλία Επιφανίου, 2017)