Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαοπούλης (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

αυτός που πωλεί λάδι.

Ετυμολογία:

λάδι+πουλώ

Ειδικές φράσεις:

«... εν σου πουλεί λάιν καλόν ποττέ ο λαοπούλης...» (Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 2, σελ.105, 1998)