Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λαουροκαυκάρες (οι) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. λαδουροκαυκάρες (αίγες χρώματος λαδί που δεν φέρουν κέρατα).