Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Λαψοφωνιά (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
μεγάλες φλόγες φωτιάς, μεγάλη πυρκαγιά που υποβοηθείται από τον άνεμο.
Ειδικές φράσεις:
«εν έσ̆ει άλλον πας΄την γην πουλλόου της ξεβαίννει
του φτόνου οι λαψοφωνιές, τζ̌ι ο χόγλος, κάθε πλούτου...»
(Μαυρίδη Χ.Ν. «Τζιυπριώτικα τραγούδια-ο φιλόσοφος ρεσπέρης», Δ΄, σελ 44, 1961)