Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Λλιλοϊτης (ο) »
Επίθετο
Σημασία:
αυτός που μιλά λίγο, λιγομίλητος.
Ετυμολογία:
λίγα λόγια
Ειδικές φράσεις:
«...τους λλιλοϊτες κάμνω τους χάζιν
τζ̌ι όσους νικούσιν εις το μαράζιν...»
(Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.163, 1997)