Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λλιόγρονος, -η »

Επίθετο

Σημασία:

με λίγα χρόνια.

Ετυμολογία:

Ειδικές φράσεις:

«η ξαπολυσούρα εν΄ λλιόγρονη» (Λιασίδη Παύλου, «Άπαντα», 1, σελ.95, 1997)