Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Λουτσ̌οτζ̌ιάνιν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ασθένεια που προσβάλλει το «λουτσ̌ίν», την περιοχή των κλειδώσεων του λαιμού.

Ετυμολογία:

λουτσ̌ίν=μήλο του Αδάμ+τζ̌ιανίν