Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ξυλοδέκρανον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ξύλινο διχαλωτό εργαλείο που χρησιμοποιείτο για το μάζεμα χόρτων ή άλλων αγροτικών υλικών.

Ετυμολογία:

ξύλο+δεκράνιν (= διχαλωτό εργαλείο)