Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Βιλλοκαταλίστρα (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ξηβιλλίστρα (η πόρνη, η πρόστυχη).

Συνώνυμα:

Κούρβα, Ορόσπα, Οροσπού, Πολιτιτζ̌ή, Πουτάνα, Σ̌αρμούττα, Σπαστριτζ̌ή, Τσ̌ούλλα (η)