Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψαθαράγκαθον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

είδος βελονιάς που χρησιμοποιούσαν παλιά για ράψιμο σε ύφασμα.

Ετυμολογία:

ψάρι+αγκάθι