Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψαθοστούππωτοι (οι) »

Επίθετο

Σημασία:

σκεπασμένοι με ψάθες, μεταφορικά λέγεται για μη στερεά πράγματα.

Ετυμολογία:

ψάθα+στουππωμένος= σκεπασμένος