Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ψευτόκοσμος (ο) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
ψεύτικος κόσμος.
Ετυμολογία:
ψεύτικος +κόσμος
Ειδικές φράσεις:
«...ψευτόκοσμος τούτ΄η ζωή, παντές τζ̌ι εν παναύριν,
ποννά τελειώσει, να χαθεί άμαν η μέρα γείρει...»
(Γεωργίου Ηλία, «Γελόκλαμαν», Υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, σελ. 34, 1980)