Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψευτοπαλλήκαρον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ψευτοπαλληκαράς (αυτός που κάνει το παλληκάρι χωρίς να είναι πραγματικά).