Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψηλακόρωβη (η) »

Επίθετο

Σημασία:

με μαστούς και ρόβες που δεν κρέμονται και πολύ προς τα κάτω, είναι ψηλά προς το κύριως σώμα του ζώου ή της γυναίκας.

Ετυμολογία:

ψηλά+ρώβα