Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψιντρόφυλλη (η) »

Επίθετο

Σημασία:

αυτή που έχει λεπτά φύλλα.

Ετυμολογία:

ψιντρή= λεπτή+φύλλο

Ειδικές φράσεις:

«βασιλιτζ̌ιά ψιντρόφυλλη τζ̌αι δκυο κλωνιά μερσίνιν αλήθκεια έθελα τζ̌’ εγιώ, αμμά ΄θελεν τζ̌αι τζ̌είνη» (Μενάνδρου Σίμου, «Τοπωνυμικαί και λαογραφικαί μελέται», σελ.211, Λ/σία, 2001)