Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψιλικουκουνέματα (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

τα νάζια που κάνει κάποιος.

Ειδικές φράσεις:

«...αφού εξήκοψες τζ̌αι σου τζ̌ι έγειρες τους τριάντα, τα ψιλοκουκουνέματα άφησ΄τα πκιον στην πάνταν...» (Ττάκκας Δημ., «Τσάκκισμαν της ημερούς», βιβλιοθ. Κυπρίων Λαϊκών Ποιητών, Επιμέλεια Δρ. Γιαγκουλλή Κ. σελ. 6, 1981)