Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψηλόφωνον (το) »

Επίθετο

Σημασία:

με φωνή που μπορεί να τραγουδήσει τις ψηλές νότες.

Ετυμολογία:

ψηλά+φωνή