Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ψηλοκαμαρίζω »

Ρήμα

Σημασία:

έχω ψηλόν καμάρι, περηφανεύομαι.

Ετυμολογία:

ψηλά+καμαρίζω= καμαρώνω