Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οκνιαρόσ̌σ̌υλλος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο πολύ οκνηρός.

Ετυμολογία:

οκνάρης+ σ̌σ̌ύλλος= σκύλος