Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ολογρυσόστομος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

αυτός που μιλάει πολύ ωραία και γλυκά.

Ετυμολογία:

όλος+γρουσός= χρυσός+στόμα