Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ολοκούκκουλλον (το) »

Επίθετο

Σημασία:

το ύφασμα εξ ολοκλήρου από νήμα κουκούλιου βαμβακιού.

Ετυμολογία:

όλο= ολόκληρο+κουκκούλλιν= κουκούλιο από βαμβάκι

Ειδικές φράσεις:

«...΄κόμα με εν εκάνησεν, ΄κόμα διώ τους τζ̌΄άλλον, διώ τους το ταπάρον μου το ολοκούκκουλλόν μου...» (Φαρμακίδη Ξενοφώντος, «Άπαντα», σελ.62, 2008, Εκδ.Επιφανίου)