Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ομοιάδρωπος (ο) »

Επίθετο

Σημασία:

ο ίδιος, ο όμοιος άνθρωπος.

Ετυμολογία:

όμοιος+άνθρωπος

Ειδικές φράσεις:

«...δουλειάν, ψουμίν να ζήσουμεν ως τον προορισμόν μας, αγάπην τζ̌αι σαΐτισην στον ομοιάδρωπον μας...» (Ατσίκκου Γιακουμή, «Το ξερίζωμαν», Βιβλιοθ.Κυπρίων Λαϊκών ποιητών, σελ.17, 1981)