Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ομορφοκαμωμένος, -η »

Μετοχή

Σημασία:

αυτός που έχει ωραία χαρακτηριστικά.

Ετυμολογία:

όμορφος+καμωμένος

Ειδικές φράσεις:

«...πολλά΄παμεν και της κεράς, να πούμεν και του γιου της πό ΄χεις τον γιον το έμορφον, εμορφοκαμωμένον...» (Παπαδόπουλου Θεόδωρου, «Δημώδη Κυπριακά Άσματα», Κέντρο Επιστημονικών Ερευνών, σελ.24, 1975)