Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ομορφοστολισμένος, -η »

Μετοχή

Σημασία:

ο στολισμένος όμορφα.

Ετυμολογία:

όμορφος+στολισμένος

Ειδικές φράσεις:

«...κοντά σε μιαν δροσολαξιάν, πρασινογυρισμένην, όπου δεντρόν τζ̌ι΄ όπου βλαστόν, ομορφοστολισμένην...» (Μηνά Κόκου, «Δίολον χωράφιν», Βιβλιοθ. Κυπρ. Λαϊκών Ποιητών, σελ.47, 1982)