Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« ΄Οξονους (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο αδιάφορος, που προσποιείται πως δεν καταλαβαίνει.

Ετυμολογία:

έξω+νους

Συνώνυμα:

όξονον (το)