Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ορνιθοξ̌άσματα (τα) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το είδος βελονιάς που χρησιμοποιούσαν παλιά για ένωση των σεντονιών.

Ετυμολογία:

όρνιθα=κότα+ξ̌άσματα