Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ορνιθοπετσ̌ιά (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

το δέρμα της κότας.

Ετυμολογία:

όρνιθα= κοτόπουλο+πετσ̌ιά= επιφανιακό δέρμα