Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Οψιμόγεννη (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο χαρακτηρισμός προβάτου ή αίγας που αργεί να γεννήσει.

Ετυμολογία:

όψιμα= που γίνεται αργά+γέννα