Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αμματόβουκκον (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

τα μάτια και τα μάγουλα.

Ετυμολογία:

αμμάτιν= μάτι= βούκκα= μάγουλο