Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αμματοπλουμί (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

είδος κεντήματος.

Ετυμολογία:

αμμάτι= μάτι+πλουμί= κέντημα