Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανάκαπνη (η) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο καπνός που ανεβαίνει από την καπνοδόχο.

Ετυμολογία:

ανά +καπνός