Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανακοφτός (o) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

η περίοδος Αυγούστου-Σεμπτεμβρίου, όταν οι γεωργοί κάνουν «καλουρκές» για σπόρο.

Ετυμολογία:

ανά+κοφτός=κόπτω

Ειδικές φράσεις:

«νιατός του Γεννάρη τζ̌αι δίολος του Μάρτη τζ̌΄ανακοφτός του Οχτώβρη, θαμμάζω πώς αστόσ̌ησεν» (ο γεωργός που όργωσε τα χωράφια του τον Ιανουάριο και τον Μάρτιο και κατόπιν για τρίτη φορά τον Οκτώβρη, μένει κατάπληκτος σε μια αποτυχία των σπαρτών του, γιατί δικαιολογημένα περίμενε, ύστερα απ΄αυτή την προετοιμασία που έκανε, να επιτύχουν τα σιτηρά του) (Πανάρετου Α.,«Κυπριακή γεωργική λαογραφία», σελ.79, χ.ε.)