Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Αναρκοδειλινώννει »

Ρήμα

Σημασία:

σπάνια βραδιάζει.

Ετυμολογία:

ανάρκα= αραιά+δειλινώνει=βραδιάζει

Ειδικές φράσεις:

«εν΄σαν τον ήλιον η ζωήν, γεννιέται, μεαλώννει ...τζ̌αι ταπισόν αδυνατά, αναρκοδειλινώννει...» (Αψερού Γ. Ανδρέα, «Τα λαμπικκαρισμένα μου», σε.22, 2002)