Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Ανεμαγγάστριν (το) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. ανεμαγκάστριν (1. καιρός που φέρνει μόνο άνεμο και βροχή. 2. εγκυμοσύνη από τον άνεμον, δηλαδή ψεύτικη εγκυμοσύνη).