Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ανεμοταντάρα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
ο δυνατός άνεμος μαζί με δυνατή βροχή, η ανεμοζάλη.
Ετυμολογία:
άνεμος+ταντάρα
Ειδικές φράσεις:
«Πίττα, Παπακυριακού, Κάρυε τζ̌αι Σαμάρα
σήμερα δκιούμεν σας τιμές τζ̌αι μια κρυφή λαχτάρα
φουντώνει μες τα σπλάχνα μας σαν ανεμοταντάρα...»
(Κακολή Π. «Οι θεμελιοί να γλεπηθούν», σελ. 38, 2001)
ή
«...μεν τζ̌αι γίν΄η αζίνα λαμπρατζ̌ιά
τζ̌αι ανεμοταντάρα τ΄αερούδιν...»
(Λιπέρτη Δ. «'Απαντα», σελ.146, 1969