Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Ανεμοτσ̌υκλοπιτσηλιά (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
η σταγόνα βροχής που παρασύρεται από δυνατό άνεμο.
Ετυμολογία:
άνεμος+τσ̌ίκλος=κύκλος+πιτσικλιά ανεμοτσ̌υκλοπιτσηλιά = σταγόνα από νερό βροχής
Ειδικές φράσεις:
« ανεμομοτσυκλοπιτσηκλιά φυσά στα δέντρη τζ̌αι κολλά,
πατώ το τζ̌αι τριζολοά, δακκάννω το τζ̌αι γιω πονώ»
(Ταρσούλη Αθηνά, «Κύπρος», 1, σελ.549, 1963)