Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαϊρκάζουμαι »

Ρήμα

Σημασία:

ζαλίζομαι.

Ετυμολογία:

από τούρκ. hair, ζαλίζομαι, θλίβομαι, ταπεινώνομαι, παθαίνω σκοτοδίνη, αδιαθετώ