Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χαντάδρωπος (ο) »

Ουσιαστικό

Σημασία:

ο βλάκας άνθρωπος.

Ετυμολογία:

χαντός= βλάκας+άδρωπος=άνθρωπος