Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χασκομαχώ »

Ρήμα

Σημασία:

μένω συνέχεια με ανοικτό το στόμα χωρίς λόγο.

Ετυμολογία:

χάσκω=βλέπω σαν χάσκας, αμήχανος, σαν παλαβός+μάχομαι