Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου
« Χωματόστρατα (η) »
Ουσιαστικό
Σημασία:
ο χωματόδρομος.
Ειδικές φράσεις:
«πολλήν μανίαν είχαμεν που ΄μαστεν εις στα ξένα
στον τόπον που ΄ν οι ρίζες μας μιαν ώραν να στραφούμεν
να ΄βρουμεν χωματόστρατες τζ̌αι σπίδκια ασπρογιασμένα
με συγγενείς τζ̌αι χωρκανούς να ξανασταμωθούμεν...»
(Κακολή Παντελή, «Με γνήσιον προζύμιν», σελ.152, 2008)