Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Χωρκατοντυμένη (η) »

Επίθετο

Σημασία:

η ντυμένη χωριάτικα.

Ετυμολογία:

χωρκάτικα= χωριάτικα+ντυμένη

Ειδικές φράσεις:

«...η μιαν΄ταν είκοσι γρονών, τζ̌αι νοστοκουρεμένη, τζ̌ι άλλη πα στα δώδεκα, τζ̌αι χωρκατοντυμένη...» (Κακολή Παντελή, «Λιοπετρίτες ποιητές-Ξόπλια του νου τζ̌αι της καρκιάς», σελ.100, 2013)