Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Πασ̌ί »

Ουσιαστικό

Σημασία:

βλ. πας̌ (1. ο αρχηγός, 2. ο πρώτος. 3. ο καλύτερος).

Συνώνυμα:

Πάσ̌ι