Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουλουμπαράς »

Ουσιαστικό

Σημασία:

Ομοφυλόφιλος. Στην Κυπριακή διάλεκτο χρησιμοποιείται για να διαχωρίζει τον ενεργητικό από τον παθητικό ομοφυλόφιλο.

Ετυμολογία:

Η λέξη προέρχεται από το αραβικό «γουλάμ» (παιδί, αγόρι) και το περσικό ρήμα «παρέ» (ξεσκίζω, σκίζω με βία). Ακολούθως προέκυψε η οθωμανική λέξη «κουλάμ-παρέ», το μοντέρνο τουρκικό «κουλάν-παρά», και το ελληνικό «κωλομπαράς», που στην πραγματικότητα σημαίνει «αυτός που σκίζει αγόρια». Παρότι εννοιολογικά έχει άμεση σχέση με τον κώλο, ετυμολογικά το πρώτο συνθετικό της λέξης «κωλομπαράς» στη νεοελληνική και κουλουμπαράς στην Κυπριακή είναι σκέτη παρήχηση.