Κάρβουνο, καρβουνιάρηδες

Image

Το κάρβουνο είναι καμένο ξύλο που σημαίνει ότι φτάνει στην ιδανική θερμοκρασία για ψήσιμο γρήγορα με πολύ λιγότερο καπνό. Παράγεται με ισχυρή θέρμανση του ξύλου σε περιβάλλον με μηδενικό σχεδόν οξυγόνο για την απομάκρυνση όλου του νερού και των πτητικών συστατικών. Στην παραδοσιακή εκδοχή αυτής της διαδικασίας πυρόλυσης, που ονομάζεται καύση ξυλάνθρακα, συχνά σε ένα ειδικό κλίβανο, η θερμότητα παρέχεται με την καύση μέρους της ίδιας της πρώτης ύλης, με περιορισμένη παροχή οξυγόνου.

 

Η παραγωγή ξυλοκάρβουνου σε τοποθεσίες όπου υπάρχει αφθονία ξύλου χρονολογείται από την αρχαιότητα. Αρχίζει γενικά με τη συσσώρευση κομματιών ξύλου για να σχηματιστεί ένας κωνικός σωρός. Τα ανοίγματα αφήνονται στο κάτω μέρος για την είσοδο αέρα, με έναν κεντρικό άξονα που χρησιμεύει ως καπνοδόχος. Όλος ο σωρός καλύπτεται με χόρτα ή βρεγμένο πηλό. Το ψήσιμο αρχίζει στο κάτω μέρος του καπναγωγού και σταδιακά εξαπλώνεται προς τα έξω και προς τα πάνω. Η επιτυχία της διαδικασίας εξαρτάται από τον ρυθμό καύσης. Η διαδικασία είναι τόσο περίπλοκη που γινόταν από επαγγελματίες καρβουνιάρηδες. Συχνά ζούσαν μόνοι τους σε μικρές καλύβες για να περιποιούνται τους ξύλινους σωρούς τους.

 

Βλέπε λήμμα: Τηλλυρία

 

Στην Κύπρο μεγάλη παραγωγή κάρβουνων γινόταν στην περιοχή της  Τηλλυρίας, συγκεκριμένα στον Πάνω Πύργο, όπου υπάρχουν ακόμα μερικοί παραδοσιακοί καρβουνιάρηδες. Το επάγγελμα του καρβουνιάρη ήταν ένα οικογενειακό επάγγελμα, με το οποίο ασχολούνταν όχι μόνο οι άντρες της οικογένειας, αλλά και οι γυναίκες και ενίοτε τα παιδιά. Η διαδικασία που χρησιμοποιούν είναι η εξής: Το πιο χοντρό ξύλο τοποθετείται όρθιο στη μέση και στη συνέχεια τα υπόλοιπα τοποθετούνται το ένα δίπλα στο άλλο, ώστε να δημιουργηθεί κάτι σαν πυραμίδα. Στο εσωτερικό της πυραμίδας μπαίνουν τα πιο χοντρά ξύλα, ενώ φτάνοντας προς το εξωτερικό της μέρος τοποθετούνται τα πιο λεπτά. Στην κορυφή της λοφοειδούς κυκλικής διάταξης δημιουργείται μία τρύπα, ενώ στη βάση της τοποθετούνται περιμετρικά πέτρες, αφήνοντας κενό μεταξύ των πετρών 3-4 πόντους, ώστε να «αναπνέει» το καμίνι. Πάνω στα ξύλα απλώνεται σανός, επί του οποίου στη συνέχεια τοποθετούνται τσίγκοι ή βαρέλια, για να σταθεροποιηθεί. Στο τέλος, όλη αυτή η κατασκευή καλύπτεται με χώμα, ώστε να καλυφθούν όλες οι τρύπες και να αποκλειστεί κάθε πηγή οξυγόνου από την ατμόσφαιρα, που θα προκαλούσε γρήγορη καύση και καταστροφή των κάρβουνων. Όταν ολοκληρωθεί η διαδικασία του στησίματος του καμινιού, ο καρβουνιάρης ανάβει τα ξύλα, τοποθετώντας προσάναμμα από την τρύπα που δημιουργήθηκε προηγουμένως. Κατόπιν η τρύπα σκεπάζεται και έτσι ξεκινά η διαδικασία της καύσης. Η διαδικασία μπορεί να διαρκκέσει 10, 15 ή ακόμα και 20 μέρες. Αυτό εξαρτάται από τον καιρό ή από την πρώτη ύλη, δηλαδή τα ξύλα.

 

Βλέπε Βίντεο: Ψηφιακός Ηρόδοτος- Αρχείο ΡΙΚ

 

Για πολλά χρόνια στο παρελθόν η παραγωγή καρβούνων ήταν η κύρια ασχολία των κατοίκων του Πάνω Πύργου, η οποία πάει πάνω από 100 χρόνια πίσω και κληροδοτείται από γενιά σε γενιά. Ο αριθμός των καρβουνοπαραγωγών της περιοχής αυξήθηκε κατακόρυφα μετά το 1974 με αποτέλεσμα να απασχολούνταν στην παραγωγή κάρβουνων περί τις 50-60 οικογένειες, ενώ άλλοι τόσοι ασχολούνταν με την προμήθεια των ξύλων και τη μεταπώληση των κάρβουνων. Σήμερα το επάγγελμα αργοπεθαίνει όπως συμβαίνει και με άλλα παραδοσιακά. Από τα μέσα περίπου της δεκαετίας του ’90 άρχισε η σταδιακή εγκατάλειψη του επαγγέλματος. Σε αυτό συνέτειναν αρκετοί παράγοντες, όπως οι δυσκολίες που συνοδεύουν το επάγγελμα, καθιστώντας το αποτρεπτικό για τους νέους, η έλλειψη ξυλείας και οι εισαγωγές κάρβουνου από το εξωτερικό.

 

Πηγή

Μεγάλη Κυπριακή Εγκυκλοπαίδεια

Polignosi.com

Φώτο Γκάλερι

Image
Image
Image