Λεξικόν Κυπριακής Διαλέκτου

« Κουσπώ »

Ρήμα

Σημασία:

Σκάβω. Χρησιμοποιώ κούσπον (αιχμηρο κασμά) για να σκάψω Μεταφορικά: Για άντρες: Κάνω σεξ

Ετυμολογία:

από τη λέξη κούσπος < λατινικά cuspis (αιχμή, άκρο)

Συνώνυμα:

Τσαπίζω