Ναΐτες ιππότες

Image

Οι Ναΐτες, γνωστοί και με την ονομασία Τεμπλάροι (Templarii, γαλλ.: Templiers, αγγλ.: Templars), δηλαδή Ιππότες του Ναού (ή του Τέμπλους), ή όπως τους αποκαλεί ο μεσαιωνικός Κύπριος χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς, Τεμπλιώτες, αποτελούσαν ισχυρότατο θρησκευτικό στρατιωτικό τάγμα του Μεσαίωνα που σχετίστηκε άμεσα με την Κύπρο κατά την περίοδο των Σταυροφοριών. Η πλήρης ονομασία του τάγματος ήταν: Πτωχοί ιππότες του Χριστού και του Ναού του Σολομώντος.

 

Βλέπε και αφιέρωμα:

Μεσαιωνικά Θρησκευτικά Τάγματα στην Κύπρο.

 

Το τάγμα των Ναϊτών ιδρύθηκε το 1118 από λίγους Γάλλους σταυροφόρους ιππότες στα Ιεροσόλυμα, που βρίσκονταν τότε υπό την κατοχή των σταυροφόρων της Δύσης. Επικεφαλής της μικρής αυτής ομάδας ήταν ο ιππότης Ούγος ντε Παγιέν (de Payens) και σκοπός της ήταν η προστασία των Ιεροσολύμων αλλά και των Χριστιανών προσκυνητών. Ο τότε βασιλιάς του βασιλείου των Ιεροσολύμων Βαλδουίνος Β' παραχώρησε στον πρώτο αυτό πυρήνα του τάγματος ως στέγη μια πτέρυγα του παλατιού του, που εθεωρείτο ότι ήταν κτισμένη επί των ερειπίων του περίφημου ναού του Σολομώντος, απ' όπου προήλθε και η ονομασία Ναΐτες. Συγκεκριμένα τους είχε παραχωρηθεί ο χώρος όπου βρισκόταν το τέμενος Κουβάτ ες - Σάχρα που πιστευόταν ότι είχε διαδεχθεί τον ναό του Σολομώντος.

 

Αργότερα ο αριθμός των Ναϊτών ιπποτών άρχισε να πληθαίνει, ιδίως μετά την προπαγάνδα, υπέρ του τάγματος, του αγίου Βερνάρδου του Κλερβό ο οποίος διατύπωσε σε τυπικό και τους κανόνες διαβίωσης των μελών του τάγματος. Έτσι, σε σχετικά σύντομο διάστημα, το τάγμα των Ναϊτών κατέστη ένα πολύ ισχυρό στρατιωτικό σώμα που συγκέντρωσε και τεράστιο πλούτο κι απέκτησε κτήματα και άλλες περιουσίες σε πολλές χώρες της Ευρώπης. Στην απόκτηση της τεράστιας δύναμής του συνέβαλε αποφασιστικά η παπική εύνοια۬ ο πάπας, με βούλλα του, είχε καταστήσει το τάγμα ανεξάρτητο και μη υπαγόμενο στην εξουσία κανενός εκκλησιαστικού αξιωματούχου παρά υπόλογο μόνο στον ίδιο۬ του παραχώρησε ακόμη και άλλα σημαντικά προνόμια, όπως το δικαίωμα να διατηρεί δικούς του εξομολογητές۬ το απάλλαξε, επίσης, από κάθε είδους φορολογία. Η οργάνωση του τάγματος ήταν αυστηρά ιεραρχημένη κι επικεφαλής ήταν ο λεγόμενος μέγας μάγιστρος, με βαθμό ηγεμόνα. Το 1260 η δύναμη του τάγματος έφθανε στους 20.000 ιππότες.

 

Η έδρα του τάγματος ήταν στα Ιεροσόλυμα, αφού κύριος σκοπός του, εκτός από τον μοναχικό βίο, ήταν σύμφωνα προς το καταστατικό που συντάχθηκε το 1128, η διά των όπλων υπεράσπιση του Αγίου Τάφου έναντι της απειλής από τους μη Χριστιανούς. Όμως μετά τον εκτοπισμό των Χριστιανών από τη Συρία και την Παλαιστίνη και την επικράτηση και πάλι των Μωαμεθανών, εκτοπίστηκαν από εκεί και οι Ναΐτες που το 1291 μετέφεραν την έδρα του τάγματός τους στην Κύπρο. Μερικές δεκαετίες αργότερα, ο βασιλιάς της Γαλλίας Φίλιππος Δ' ο Ωραίος, φοβούμενος πιθανώς την ισχύ των Ναϊτών, αποφάσισε να τους καταστρέψει. Αφού κατόρθωσε να εξασφαλίσει και τη συμπαράσταση του πάπα Κλήμεντος Ε', πέτυχε το τάγμα να τεθεί υπό απαγόρευση τον Μάρτιο του 1308. Εναντίον του τάγματος διατυπώθηκαν σοβαρές κατηγορίες που περιελάμβαναν την ειδωλολατρία, τις μυστικές ιεροτελεστίες και την ασέλγεια. Ο τότε αρχηγός του τάγματος Ζακ ντε Μολάν που είχε συλληφθεί στο Παρίσι, το 1307, κάηκε στην πυρά ως αιρετικός (11 Μαρτίου 1314) και τελικά το τάγμα διαλύθηκε. Πολλά μέλη του εκτελέστηκαν, ενώ άλλα διέρρευσαν σε άλλα τάγματα ή οργανώσεις (όπως την οργάνωση των Ελευθεροτεκτόνων).

 

Οι Ναΐτες ιππότες, όταν ακόμη το τάγμα τους δεν ήταν τόσο πολύ ισχυρό, ήσαν οι πρώτοι που εγκαθίδρυσαν δυτικού τύπου διοίκηση στην Κύπρο, το 1191. Τον χρόνο αυτό, αφού το νησί κατακτήθηκε από τον βασιλιά της Αγγλίας Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο που τερμάτισε οριστικά τη βυζαντινή κυριαρχία νικώντας τον ηγεμόνα της Κύπρου Ισαάκιο Κομνηνό, κι αφού λεηλατήθηκε άγρια, πωλήθηκε στους Ναΐτες στην τιμή των 100.000 βυζαντίων. Το τάγμα των Ναϊτών έστειλε τότε στην Κύπρο μικρή δύναμη ιπποτών του, υπό την αρχηγία του Αρνώ ντε Μπουχάρ. Υπολογίζεται ότι η μικρή αυτή στρατιωτική δύναμη του τάγματος είχε εγκατασταθεί στην πρωτεύουσα Λευκωσία, χρησιμοποιώντας ως έδρα της το κάστρο των Βυζαντινών που όμως δεν γνωρίζουμε πού ακριβώς βρισκόταν (βλέπε και λήμμα Λευκωσία πόλη, στο σχετικό κεφάλαιο). Αναφέρονται οι ακόλουθοι αριθμοί των Ναϊτών: 14 αδελφοί, 29 ιππείς μισθοφόροι και 74 πεζοί μισθοφόροι, δηλαδή σύνολο 117 άνδρες.

 

Η διοίκηση, την οποία επέβαλαν στην Κύπρο, ήταν ιδιαίτερα σκληρή και καταπιεστική έναντι του ντόπιου πληθυσμού. Προφανώς προσπάθησαν, μεταξύ άλλων, να εξασφαλίσουν από το υστέρημα του λαού το μεγάλο χρέος τους στον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο από τον οποίο είχαν αγοράσει το νησί και στον οποίο είχαν προκαταβάλει 40.000 βυζάντια και χρωστούσαν τις υπόλοιπες 60.000.

 

Η σκληρότητά τους δεν άργησε να οδηγήσει τον λαό σε εξέγερση, βασικά τον λαό της Λευκωσίας που φαίνεται ότι είχε ενισχυθεί κι από άλλους από τις γύρω περιοχές. Οι Ναΐτες κλείστηκαν στο κάστρο της Λευκωσίας όπου και πολιορκήθηκαν από τον λαό. Το Πάσχα όμως του 1192 (5 Απριλίου) και ύστερα από ολονύκτιες ιεροτελεστίες, οι Ναΐτες έκαμαν έξοδο κι επέπεσαν στο πλήθος. Οι Κύπριοι είχαν υποτιμήσει τη μικρή δύναμη των Ναϊτών και πολλοί είχαν, εξάλλου, γλεντήσει και μεθύσει εκείνη την ημέρα του Πάσχα. Έτσι ο λαός της Λευκωσίας αιφνιδιάστηκε και σκορπίστηκε. Οι σιδερόφρακτοι Ναΐτες επέπεσαν στους συγκεντρωμένους και σ' ολόκληρη την πόλη συνέβη τρομερή σφαγή, τόση ώστε το αίμα έρρεε στον ποταμό Πεδιαίο, όπως γράφει ο Φλώριος Βουστρώνιος. Ακολούθησε ἡ λύπη καί τό κλάμαν, όπως γράφει ο Λεόντιος Μαχαιράς.

 

Οι ολιγάριθμοι Ναΐτες κατόρθωσαν να επιβληθούν. Ήταν όμως φανερό ότι δεν θα μπορούσαν πλέον με τις μικρές τους δυνάμεις να κρατήσουν για πολύ την Κύπρο· και γιατί το μίσος του λαού πολλαπλασιάστηκε, και γιατί δεν θα μπορούσε να επιτύχει ξανά ένας αιφνιδιασμός, και γιατί ήταν αδύνατο να ελέγχεται ολόκληρο το νησί, και γιατί μεταξύ αυτών και του λαού υπήρχε τώρα ποταμός αίματος. Δεν μπόρεσαν, λοιπόν, να κρατήσουν την Κύπρο ούτε για ένα χρόνο από τότε που την είχαν αγοράσει. Αμέσως ακύρωσαν τη συμφωνία τους με τον Ριχάρδο τον Λεοντόκαρδο και του επέστρεψαν το νησί. Ο Άγγλος βασιλιάς το πούλησε τότε, στην ίδια τιμή, στον Γκυ (Γουίδο) Λουζινιανό, ιδρυτή της δυναστείας των Λουζινιανών βασιλιάδων της Κύπρου (περίοδος Φραγκοκρατίας).

 

Υπό το νέο καθεστώς των Λουζινιανών, που ταχύτατα οργάνωσε την Κύπρο σε βασίλειο (από το 1197), οι Ναΐτες κράτησαν διάφορες περιουσίες στο νησί. Αρχικά η παρουσία τους ήταν περιορισμένη, λίγο πιο ύστερα όμως και ιδίως επί ημερών του βασιλιά της Κύπρου Ούγου Γ' (1267-1284) άρχισαν ν' αναπτύσσονται σημαντικά και να διαδραματίζουν αποφασιστικό ρόλο στα πράγματα του βασιλείου, σε τέτοιο μάλιστα σημείο ώστε να έλθουν επανειλημμένα σε σύγκρουση με τον βασιλιά. Ο Ούγος Γ', που το 1268 έγινε και βασιλιάς των Ιεροσολύμων, ήταν αντιπαθής στους Ναΐτες που προέτρεψαν την θεία του Μαρία (κόρη του Βοημούνδου Δ' της Αντιοχείας) να εγείρει αξιώσεις επί του θρόνου των Ιεροσολύμων και να προσφύγει στον πάπα κατά του Ούγου, το 1272. Αφού απέτυχε, μεταβίβασε τα σκιώδη δικαιώματά της το 1277 στον βασιλιά της Νεαπόλεως Κάρολο Ανδεγαυϊκό, έναντι ετησίου επιδόματος από 4.000 βυζάντια.  Άλλο πρόβλημα μεταξύ Ούγου Γ' και Ναϊτών είχε προκύψει το 1276, όταν το τάγμα αγόρασε μυστικά ένα φέουδο που ανήκε στο βασίλειο των Ιεροσολύμων. Αντιδρώντας ο βασιλιάς Ούγος, αποσύρθηκε από την Άκρα (Πτολεμαΐδα) στην Κύπρο, αφήνοντάς την με πολύ μειωμένη ικανότητα αντίστασης κατά των Μωαμεθανών. Ο Κάρολος της Νεαπόλεως εκμεταλλεύθηκε την ευκαιρία και, αποστέλλοντας στην Πτολεμαΐδα τον Σικελό Ρογήρο ντε Σαν Σεβερίν (1277), με την υποστήριξη δε και του τότε μεγάλου μαγίστρου των Ναϊτών Γουλιέλμου de Beaujeu, ανακηρύχθηκε βασιλιάς του βασιλείου των Ιεροσολύμων. Από την Κύπρο ο Ούγος έπλευσε στην Τύρο με σκοπό να επιτεθεί τελικά κατά της Πτολεμαΐδος, αλλά αποκρούστηκε από τους Ναΐτες κι επέστρεψε ξανά στο νησί. Εδώ, εκδικήθηκε τους Ναΐτες επιτάσσοντας διάφορες ιδιοκτησίες τους και καταστρέφοντας τις υπάρχουσες σ' αυτές οχυρώσεις τους (Πάφος, Λεμεσός, Γαστριά κ.α.). Ο θάνατος τόσο του Ούγου (1284) όσο και του Καρόλου της Νεαπόλεως (1285), έδωσε την ευκαιρία στον νέο βασιλιά της Κύπρου Ερρίκο Β' (1285-1324) να επιτύχει τη συνδιαλλαγή.

 

Με την πτώση και της Πτολεμαΐδος στα χέρια των Μουσουλμάνων, το 1291, διαλύθηκε εντελώς το μεσαιωνικό χριστιανικό βασίλειο των Ιεροσολύμων, μελλοντικά δε οι βασιλιάδες της Κύπρου τυπικά μόνο έφεραν και τον τίτλο των βασιλιάδων των Ιεροσολύμων.

 

Πάρα πολλοί Χριστιανοί φυγάδες από την φράγκικη Συροπαλαιστίνη κατέφυγαν στην Κύπρο μετά την πτώση της Πτολεμαΐδος το 1291. Μεταξύ των φυγάδων ήσαν και οι επιζήσαντες Ναΐτες, που μετέφεραν την έδρα τους στην Κύπρο με την άδεια του βασιλιά Ερρίκου Β', κι εγκαταστάθηκαν στη Λεμεσό που άρχισε τότε ν' αναπτύσσεται σημαντικά. Ωστόσο ο Ερρίκος, φοβούμενος προφανώς περαιτέρω ανάπτυξη του τάγματος των Ναϊτών, γιατί οι ιππότες αυτοί κάθε άλλο παρά ιπποτικά και χριστιανικά είχαν συνηθίσει να συμπεριφέρονται, απαγόρευσε σ' αυτούς και το τάγμα τους την περαιτέρω απόκτηση ακίνητης (κτηματικής) περιουσίας στο βασίλειο της Κύπρου χωρίς την έγκριση τόσο τη δική του όσο και του πάπα. Τούτο τον έφερε σε σφοδρή αντιδικία προς τους (φιλοξενούμενους) Ναΐτες. Τη διαμάχη επέτεινε η απόφαση του Ερρίκου να επιβάλει ειδική φορολογία (κεφαλικό φόρο 2 βυζαντίων) σε όλους τους ξένους που διέμεναν στην Κύπρο, με σκοπό να ενισχύσει την άμυνα του βασιλείου κατά του κινδύνου από την πλευρά του σουλτάνου της Αιγύπτου˙ από τον φόρο αυτό δεν εξαίρεσε τους Ναΐτες, που θεώρησαν την ενέργειά του ως προσβολή (αφού το Βατικανό τους είχε απαλλάξει από κάθε φορολογία) και προσέφυγαν στον πάπα. Ο πάπας (Βονιφάτιος Η'), συνέστησε τότε στον βασιλιά της Κύπρου να μεταχειρίζεται τους Ναΐτες με σεβασμό και τιμή και υπέδειξε ότι η παρουσία τους και μόνο στην Κύπρο αποτελούσε πρόσθετη ασφάλεια για το βασίλειο. Φαίνεται ότι ο Ερρίκος επέμενε, γιατί ο πάπας προχώρησε σε πρακτικότερα μέτρα۬ με βούλλα, που εξεδόθη το 1299, διέταξε όπως αρθεί αμέσως η φορολογία αυτή των μελών του τάγματος και μη επιβληθεί ξανά χωρίς άδεια της Αγίας Έδρας, ανέθεσε δε την επίβλεψη εφαρμογής της εντολής του σε άλλες εκκλησιαστικές αδελφότητες που βρίσκονταν στην Κύπρο (Φραγκισκανούς, Δομινικανούς και Αυγουστινιανούς). Και πάλι ο βασιλιάς της Κύπρου αντέδρασε, έντονα μάλιστα, υποχρεώνοντας και ιππότες και κληρικούς να πληρώνουν τον φόρο. Ο πάπας οδηγούσε τα πράγματα σε ανοικτή ρήξη πλέον, με νέα αυστηρή επιστολή του۬ αυτή όμως την εποχή φιλονίκησε με τον Φίλιππο, βασιλιά της Γαλλίας, και η προσοχή του εστράφη προς εκείνη την κατεύθυνση.

 

Η εχθρότητα των Ναϊτών κατά του Ερρίκου Β' αυξήθηκε ακόμη περισσότερο, γι’ αυτό και υποστήριξαν και ηθικά και υλικά την εκθρόνισή του, το 1306, συμπαραστεκόμενοι στον σφετεριστή Αμωρύ, αδελφό του βασιλιά, που ανήλθε στον θρόνο ως αντιβασιλιάς (1306-1310). Κύριοι υποστηρικτές του πραξικοπήματος κατά του Ερρίκου ήσαν ο Πέτρος ντ' Ερλάντ, Λατίνος επίσκοπος Λεμεσού, κι ο Ιάκωβος ντε Μολάν, μεγάλος μάγιστρος των Ναϊτών (που λανθασμένα ο Λεόντιος Μαχαιράς αναφέρει ως μάστρον τοῦ Σπιταλίου, δηλαδή των Ιωαννιτών ιπποτών αντί των Ναϊτών). Ο ντε Μολάν, που είχε δανείσει στον σφετεριστή πρίγκιπα Αμωρύ 40.000 άσπρα, αναφέρεται ότι τον είχε υποστηρίξει γιατί μόνο έτσι θα έπαιρνε πίσω τα χρήματά του (Μαχαιράς). Του απεδόθη όμως και σκοτεινότερος ρόλος: ότι προώθησε την έριδα μεταξύ του βασιλιά και του αδελφού του, με απώτερο σκοπό την εξουδετέρωση και των δύο ώστε να καταλάβει ο ίδιος, για λογαριασμό του τάγματός του, την Κύπρο (Αμάτι, Φλώριος Βουστρώνιος). Ο εκπρόσωπος, πάντως, των Ναϊτών στην τελετή κατά την οποία ο (άρρωστος) βασιλιάς Ερρίκος εξαναγκάστηκε να υπογράψει έγγραφο που διόριζε τον αδελφό του Αμωρύ ως αντιβασιλιά της Κύπρου (Λευκωσία, 26 Απριλίου 1306), όχι μόνο δεν απέκρυψε τη χαρά του για τον παραμερισμό του βασιλιά αλλά και ζητωκραύγαζε.

 

Ωστόσο πλησίαζε πλέον και η στιγμή διαλύσεως του τάγματος των Ναϊτών, σχεδιαζόμενη από τον βασιλιά της Γαλλίας Φίλιππο, με υποστήριξη και του (συμπατριώτη του) νέου πάπα Κλήμεντος Ε'. Τα γεγονότα που οδήγησαν στη διατύπωση των κατηγοριών κατά των Ναϊτών και στη διάλυση του τάγματός τους, αφηγείται με τον τρόπο του ο μεσαιωνικός χρονογράφος Λεόντιος Μαχαιράς (Χρονικόν, παρ. 13-17), κι επαναλαμβάνει ο Strambaldi. Τα γεγονότα, εξάλλου, της πτώσεως του τάγματος που έδρευε στην Κύπρο, αφηγούνται στα δικά τους Χρονικά ο Αμάτι και ο Φλώριος Βουστρώνιος. Η ειρωνεία για το τάγμα είναι ότι την εξουδετέρωση των μελών του που βρίσκονταν στην Κύπρο (γιατί εξουδετερώθηκαν και τα μέλη του που βρίσκονταν σε άλλες χώρες), ο πάπας ανέθεσε στον σφετεριστή Αμωρύ Λουζινιανό, τον αντιβασιλιά του νησιού, του οποίου την άνοδο στην εξουσία υποστήριξαν θερμά οι Ναΐτες.

 

Βλέπε Χωριά υπό τον έλεγχο των Ναϊτών:

Κομμανταρία ή Κομμαντερία Commanderie

 

Όταν ο Αμωρύ πήρε, το 1308, γραπτή εντολή από τον πάπα με την οποία εκαλείτο να συλλάβει όλα τα μέλη του τάγματος που βρίσκονταν στην Κύπρο και να κάμει απογραφή της περιουσίας τους, ο Αμωρύ δεν δίστασε. Ήδη προσπαθούσε να εξασφαλίσει την απαραίτητη ευλογία του πάπα στο δικό του ζήτημα, δηλαδή στην αρπαγή της εξουσίας στην Κύπρο, γι’   αυτό φάνηκε πρόθυμος να συμμορφωθεί προς την εντολή της Αγίας  Έδρας που στρεφόταν κατά των μέχρι χθες συμμάχων και φίλων του. Στις 12 Μαϊου 1308 έστειλε στη Λεμεσό τον πρίγκιπα της Γαλιλαίας Μπαλιάν ντ' Ιμπελέν για να συλλάβει τους Ναΐτες. Οι Ναΐτες αρνήθηκαν να παραδώσουν τον οπλισμό τους και οχυρώθηκαν στην πόλη. Στις 19 Μαϊου  ο Αμωρύ εξέδωσε διάταγμα με το οποίο απαγόρευε — με ποινή θανάτου — τη συνεργασία με τους Ναΐτες.

 

Στο μεταξύ, ενώ συνεχίζονταν οι διαπραγματεύσεις με εκπροσώπους των Ναϊτών στη Λευκωσία και στη Λεμεσό κυρίως, ο αντιβασιλιάς προχώρησε στην κατάσχεση περιουσιών τους στα λοιπά μέρη της Κύπρου. Όταν, τέλος, οι δυνάμεις του βασιλείου περικύκλωσαν τους Ναΐτες στο κάστρο τους στην πόλη της Λεμεσού, αυτοί αποφάσισαν πλέον να παραδοθούν (1η Ιουνίου 1308). Τα μέλη του τάγματος διαχωρίστηκαν σε δυο ομάδες που απομονώθηκαν η μεν στη Γερμασόγεια, η δε στη Χοιροκοιτία. Όταν αργότερα εγνώσθη ότι μέλη του τάγματος είχαν έλθει σ' επαφή με Γενουάτες με σκοπό να εξασφαλίσουν έναντι αδρής αμοιβής γαλέρες για διαφυγή τους από την Κύπρο, μεταφέρθηκαν στα ενδότερα του νησιού — στο χωριό Λεύκαρα. Μερικά σημαίνοντα μέλη του τάγματος φυλακίστηκαν αλλού, όπως ο μαρεσάλης (στρατιωτικός αρχηγός) Hemo d' Usellet που κλείστηκε σε φυλακή στην Κερύνεια όπου και πέθανε ύστερα από πέντε χρόνια.

 

Η δίκη των Ναϊτών κράτησε καιρό και η τελική απόφαση για διάλυση του τάγματος πάρθηκε κατά τη σύνοδο της Βιέννης, στις 3 Απριλίου 1312. Στην Κύπρο επίσημα αναγνώσθηκε αρκετά αργότερα, στις 7 Νοεμβρίου 1313, στον καθεδρικό ναό της Λευκωσίας, από τον παπικό ληγάτο Pierre de la Pleine Chassaigne, επίσκοπο Roden.

 

Με την απόφαση αυτή το τάγμα διαλύθηκε, τα περισσότερα σημαίνοντα μέλη του θανατώθηκαν και η περιουσία του δημεύθηκε. Αν και τα μέλη του τάγματος είχαν συλληφθεί από τον αντιβασιλιά Αμωρύ, αυτός δολοφονήθηκε το 1310, στον δε θρόνο ανήλθε ξανά ο βασιλιάς Ερρίκος. Έτσι, η τελική διάλυση του τάγματος έγινε επί των ημερών του νόμιμου βασιλιά της Κύπρου και παλαιού εχθρού των Ναϊτών.

 

Εξάλλου, αν και, όπως ανεφέρθη πιο πάνω, οι Ναΐτες χρειάζονταν ειδική διευθέτηση και άδεια προκειμένου ν' αποκτήσουν ακίνητη περιουσία στην Κύπρο, είχε βρεθεί τελικά ότι το τάγμα είχε υπό την εξουσία του και στην κατοχή του ένα μεγάλο αριθμό κυπριακών χωριών. Τα χωριά αυτά παραχωρήθηκαν τότε, με παπική απόφαση, στο τάγμα των Ιωαννιτών ιπποτών (κατάλογο των χωριών αυτών βλέπε στο λήμμα Ιωαννίτες ιππότες). Σημαντικές περιουσίες είχαν οι Ναΐτες και στη Λεμεσό, στη Λευκωσία και αλλού.

 

Ο Λεόντιος Μαχαιράς γράφει ότι ο πάπας είχε δώσει μυστική εντολή να εξολοθρευθούν οι Ναΐτες μια συγκεκριμένη ημέρα (την ημέρα της Πεντηκοστής) και μια συγκεκριμένη ώρα (αμέσως μετά τη θεία λειτουργία):

 

Καί ἐποῖκεν τόν λόγον τοῦ   πάπα εἰς ὅλην τήν Κύπρον, καί ὅλους ἐσκότωσέν τους τήν ἡμέραν τῆς Πεντηκοστῆς... Καί ὅνταν ἐτελείωσεν ἡ λειτουργία τῆς Πεντηκοστῆς εἰς πᾶσα χώραν, ἀννοῖξαν τό χαρτίν τό βουλλωμένον καί ἐγροικῆσαν ὅλοι τό ἐλάλεν καί γροικῶντα τόν ὁρισμόν τοῦ πάπα, ὅτοιμα πρίν τό γιῶμαν, ὅπου εὑρίσκουνταν ἐσκοτῶσαν τους ὅλους τους Τεμπλιῶτες, καί εἲτι εἴχασιν ἐδόθησαν εἰς τό Σπιτάλλιν [=Ιωαννίτες].

 

 

Φώτο Γκάλερι

Image
Image